Στένωση αορτικής βαλβίδας: Το χειρουργείο δεν είναι πια μονόδρομος

Η μακροχρόνια φυσική ιστορία της νόσου έχει ορόσημο την εμφάνιση συμπτωμάτων, όπως δύσπνοια, στηθάγχη, συγκοπτικά επεισόδια - ενώ έχει συσχετιστεί και με ημικρανίες. Για να εμφανιστούν συμπτώματα πρέπει, κατά κανόνα, το εμβαδό του στομίου της αορτικής βαλβίδας να περιοριστεί στο 1/4 του φυσιολογικού. Μέχρι εκείνο το σημείο η θνητότητα των ασθενών παραμένει χαμηλή. Από τη στιγμή που θα εμφανιστούν όμως τα συμπτώματα, ο κίνδυνος αυξάνει σημαντικά και η ανάγκη θεραπευτικής παρέμβασης γίνεται επιτακτική.
Θεραπεία εκλογής για τη σοβαρή συμπτωματική στένωση αορτής είναι η αντικατάσταση της αορτικής βαλβίδας με μεταλλικό ή βιοπροσθετικό μόσχευμα σε ανοικτή χειρουργική επέμβαση. Τα τελευταία χρόνια, σε μικρό αριθμό επιλεγμένων αιμοδυναμικών εργαστηρίων ανά τον κόσμο, πραγματοποιείται η αντικατάσταση της βαλβίδας χωρίς την ανάγκη ανοικτού χειρουργείου. Εξειδικευμένοι επεμβατικοί καρδιολόγοι προωθούν μέσω της μηριαίας (ή της υποκλείδιας) αρτηρίας, με τη χρήση καθετήρων, μία βιοπροσθετική βαλβίδα την οποία και τοποθετούν στη θέση της φυσικής στενωμένης αορτικής βαλβίδας.
Η Α' Καρδιολογική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, εφαρμόζει με ιδιαίτερα μεγάλη επιτυχία τη μέθοδο αυτή εδώ και περίπου 1,5 χρόνο. Σε 22 ασθενείς έχει τοποθετηθεί βιοπροσθετική αορτική βαλβίδα μέσω της μεθόδου της διαδερμικής αντικατάστασης (Percutaneous Aortic Valve Replacement - PAVR).
Τα αποτελέσματα του κέντρου μας το καθιστούν πρώτο σε αριθμό επιτυχών επεμβάσεων στον ελληνικό χώρο. Ωστόσο, σημαντικότερη επιτυχία είναι η ανάδειξη της Α' Καρδιολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών ως η κλινική με το απόλυτο ποσοστό επιτυχών εμφυτεύσεων (100%) και το μικρότερο ποσοστό θνητότητας κατά την επέμβαση (0% θνητότητα κατά τη διάρκεια της επέμβασης) σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Σήμερα, μάλιστα, στην Α' Καρδιολογική Κλινική, χρησιμοποιώντας την 3η γενιά βιοπροσθετικών βαλβίδων (με χρήση θηκαριού μέγιστης διαμέτρου 18F) οι επεμβάσεις πραγματοποιούνται πλήρως διαδερμικά και με τοπική μόνον αναισθησία (όσον αφορά την τοποθέτηση μέσω μηριαίας αρτηρίας).
Οφείλουμε να σημειώσουμε, βέβαια, ότι η μέθοδος διαδερμικής αντικατάστασης της βαλβίδας έχει, προς το παρόν, ένδειξη μόνο σε ασθενείς οι οποίοι είναι ανεγχείρητοι ή ο εγχειρητικός κίνδυνος είναι πολύ μεγάλος. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δεν υπάρχουν ακόμα στοιχεία για τη συμπεριφορά των συγκεκριμένων βιοπροσθετικών βαλβίδων σε βάθος χρόνου. Η διεθνής τάση, όμως, είναι η αύξηση του φάσματος των ασθενών στους οποίους απευθύνεται, κάτι που επιτείνεται και από τη συνεχή τεχνολογική εξέλιξη των βιοπροσθέσεων.
Χριστόδουλος Ι. Στεφανάδης
Καθηγητής Καρδιολογίας
Πρόεδρος Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών